Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη: «Εξακολουθώ να έχω μία τρομακτική εμμονή με τη λεπτομέρεια των εικόνων, την παραγωγή, τις επαναλήψεις, τη χρήση τους»

Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη: «Εξακολουθώ να έχω μία τρομακτική εμμονή με τη λεπτομέρεια των εικόνων, την παραγωγή, τις επαναλήψεις, τη χρήση τους»

Η δρ Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη είναι η πρώτη ερευνήτρια του φαινομένου της βιντεοταινίας κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, στην Ελλάδα. Στη μονογραφία της με τίτλο «Η ελληνική βιντεοταινία (1985-1990). Ειδολογικές, κοινωνικές  και πολιτισμικές διαστάσεις» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ασίνη, η διδάσκουσα στο τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, εξετάζει τη βιντεο-κουλτούρα της εποχής μέσα από ένα κοινωνιολογικό  πρίσμα. Αυτή τη χρονική περίοδο αναμένει την έκδοση του καινούργιου της βιβλίου «Αντεστραμμένα κοσμοείδωλα», συνεχίζει την έρευνά της με αντικείμενο τις αφίσες και τα καρτ ποστάλ του ’80 και συμμετέχει σε ένα Ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

Στην παρακάτω συνέντευξη, η δρ Κασσαβέτη μιλάει για τη συγγραφή του βιβλίου της, την αύξηση της παραγωγής των βιντεοταινιών, τα χαρακτηριστικά και το τέλος της εποχής τους.

Ολοκληρώσατε το μεταπτυχιακό σας στις Πολιτισμικές Σπουδές και στην Ιστορία και τη διδακτική της, εστιάζοντας στη βιντεο-κουλτούρα της δεκαετίας του 1980 για τη διδακτορική σας διατριβή. Ποιο ήταν το κίνητρο ενασχόλησής σας με το αντικείμενο;

Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη: Μάλλον επρόκειτο για μία συνάρτηση πολλών παραγόντων. Αφενός μεν, είχα έλθει σε επαφή με την «πρώτη ύλη» σε μικρή ηλικία, είτε παρακολουθώντας με τα ξαδέλφια μου βιντεοταινίες ή αργότερα, όταν προβάλλονταν στη νεοϊδρυθείσα ιδιωτική τηλεόραση στις αρχές του 1990. Μεγαλώνοντας, από τα πρώιμα φοιτητικά χρόνια μου άρχισα να συγκεντρώνω αντίστοιχο υλικό (ελληνικές βιντεοταινίες, ξένες / ελληνικές κινηματογραφικές ταινίες σε βιντεοκασέτα) και, μάλιστα εξέδιδα για περίπου 7-8 χρόνια κι ένα μικρό φανζίν, το οποίο περιλάμβανε χιουμοριστικές κριτικές τους. Αφετέρου δε, κι εδώ εντοπίζεται μία νοητή συνέχεια της πρώτης ενασχόλησής μου, έχει να κάνει με τη φύση μου ως άνθρωπο κι ως επιστήμονα. Είχα κι εξακολουθώ να έχω μία τρομακτική εμμονή με τη λεπτομέρεια των εικόνων, την παραγωγή, τις επαναλήψεις και τη χρήση τους. Όλα τα παραπάνω ήθελα να τα συνδυάσω για να κατανοήσω μάλλον τη θέση τους σε όλα αυτά τα μικρά «κουτάκια» στα οποία είχα κατηγοριοποιήσει τα ερεθίσματά μου. Έτσι, προσέγγιζα πάντα εικονολογικά τον κόσμο γύρω μου, είτε επρόκειτο για έναν ολλανδικό πίνακα του 17ου αιώνα, μία αμερικανική καρτ-ποστάλ του 1970 ή μια βιντεοταινία της δεκαετίας του 1980. Κυρίως, ήθελα να καταλάβω τι και πως, γιατί υπήρξε αυτή η βιντεο-έκρηξη, γιατί υπήρχε μία απόκλιση από τα κινηματογραφικά αρχέτυπα, γιατί η αισθητική της βιντεο-εικόνας έφερε τέτοια χαρακτηριστικά. Στο πλαίσιο, λοιπόν, των σπουδών μου, αξιοποίησα τη βιντεοταινία και τα κείμενά της ως εργαλείο για να μπορέσω να καταγράψω και να ερμηνεύσω το πολιτισμικό περικείμενο της εμφάνισης και της εξαφάνισής της.

Είστε η πρώτη ερευνήτρια του φαινομένου των βιντεοταινιών και συγγραφέας της μονογραφίας «Η ελληνική βιντεοταινία (1985-1990). Ειδολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις». Σε ποιο χρονικό στάδιο της ζωής σας αποφασίσατε να δημιουργήσετε μια τόσο πρωτότυπη συλλογή-βιβλίο και γιατί;

Ο.Κ: Νομίζω ότι πριν ακόμα ξεκινήσω τις μεταπτυχιακές σπουδές μου, στις αρχές του 2000, είχα αρχίσει να καλλιεργώ την ιδέα, αλλά δεν ήξερα με τι τρόπο θα το έκανα. Φοιτούσα ακόμη στη Φιλοσοφική Αθηνών, σπούδαζα ελληνική φιλολογία, δεν είχα πολλές επιλογές: το πρόγραμμα ήταν αρχαία-βυζαντινά-νέα ελληνικά-λαογραφία και ένα-δύο μαθήματα Ιστορίας της Τέχνης. Έπρεπε να μπω σε ένα νέο διεπιστημονικό πεδίο για να οργανώσω τις σκέψεις μου, κι έτσι, με το που ξεκίνησα τις μεταπτυχιακές σπουδές, λέω «τώρα θα το κάνω»: η βιντεοταινία αρχικά είχε τη μορφή μίας διπλωματικής εργασίας, στην οποία είχα εστιάσει και σε ζητήματα τεχνικής φύσεως του βίντεο, αλλά και του τελευταίου ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης. Το 2007 η πρότασή μου για να αποτελέσει η βιντεοταινία θέμα διδακτορικής διατριβής έγινε δεκτή από το τμήμα μου και ξεκίνησα να δουλεύω εντατικά, αλλά και με την αφέλεια του ενθουσιώδους νέου ερευνητή – κάτι που απέβαλλα σύντομα ή προσπάθησα να μετριάσω, ιδιαίτερα μετά από συνεντεύξεις με ανθρώπους του χώρου. Στα 27 μου, δεν ήθελα τίποτε παραπάνω, νομίζω ότι διένυα ένα πολύ όμορφο διάστημα στη ζωή μου, χωρίς πολλές απογοητεύσεις κι εμφανείς δυσκολίες. Έκανα έρευνα, σκονιζόμουν μέσα σε βιβλιοθήκες κι αρχεία, έβλεπα πολλές ταινίες, δεν νομίζω να ήθελα κάτι άλλο! Πέρα όμως από την προσωπική συγκυρία, συνέβαλλαν κι άλλοι λόγοι προς τη συγγραφή αυτής της διδακτορικής διατριβής. Ήθελα πρωτίστως να κατανοήσω τη φύση της βιντεοταινίας μετά το 2000, γιατί διαφωνούσα με τον χαρακτηρισμό της ως «πολιτισμικό σκουπίδι» που θα πρέπει να εξαφανιστεί, ή, για να μιλήσω στην τεχνική ιδιόλεκτο, να απομαγνητιστεί. Όπως, εξάλλου, και με το να θεωρεί τη κανείς ως «καλτουριά» και να τη θεοποιεί, ενώ είναι τελείως διαφορετική η δυναμική στην Ελλάδα και το κοινό, το οποίο συχνά με ηδονοβλεπτικό τρόπο νιώθει πιο έξυπνο που βλέπει κάτι τόσο πολύ φθηνό κι ευκολονόητο. Όταν υποστήριξα τη διατριβή, αποφάσισα να την εκδώσω στην επεξεργασμένη πια μορφή της. Δεν υπήρχε αντίστοιχη μελέτη, αλλά μεμονωμένα επιστημονικά άρθρα της εποχής.

Κατά τη δεκαετία του ‘80, σημειώθηκε αύξηση στην παραγωγή βιντεοταινιών στην Ελλάδα. Πού οφείλεται αυτό και τι επιπτώσεις είχε στην καθημερινότητα και την κουλτούρα των Ελλήνων την εποχή εκείνη;

Ο.Κ: Η παραγωγή και η διανομή της ελληνικής βιντεοταινίας δεν υπήρξε πρωτοφανής μόνο για την Ελλάδα, αντίστοιχα δίκτυα υπήρχαν και στην Αμερική και στην Ευρώπη έως και την Τουρκία. Ωστόσο, η ακμή της βιντεοταινίας και η διάδοση του βίντεο είναι κυρίως απότοκα ενός συνδυασμού αιτίων: πολιτικά πολωμένη ελληνική τηλεόραση, αποστροφή του κινηματογραφικού κοινού για τις «δύσκολες» και περίπλοκες αφηγήσεις του κριτικού κινηματογράφου, η κοινωνική ανέλιξη των μεσοαστικών στρωμάτων και η ανάγκη για κατανάλωση κι επίδειξη στο πλαίσιο ανεύρεσης ενός συμβολικού υλικού για να ερμηνεύσουν τις διαρκείς αλλαγές στην καθημερινότητά τους και τη βελτίωση των βιοτικών συνθηκών τους. Προφανώς, η διάχυση της βιντεο-συσκευής στο ελληνικό νοικοκυριό άλλαξε άρδην τις ψυχαγωγικές συνήθειες των Ελλήνων τηλεθεατών: η καθημερινή ψυχαγωγία εξατομικεύτηκε, ο θεατής αποχώρησε από τον κινηματογράφο και παρέμενε στο διαμέρισμα συνοδεία βιντεοκασετών, ουίσκι και φιστικιών, οι κινηματογράφοι έκλεισαν, τα εισιτήρια ελαττώθηκαν σε μεγάλο ποσοστό. Παράλληλα, εμφανίζονται τα βίντεο-κλαμπ στις συνοικίες της Αθήνας, αλλά και σε μεγάλα αστικά κέντρα σε όλη την Ελλάδα και δίνουν πνοή στις συνοικίες.

Ποια ήταν τα χαρακτηριστικά των βιντεοταινιών ως προς το σενάριο, την παραγωγή, τα γυρίσματα και την επιλογή των ηθοποιών;

O.K: Οι ελληνικές βιντεοταινίες βασίζονταν πάνω στα σεναριακά σχήματα του ΝΕΚ κι ακολουθούσαν τη μορφολογική και ειδολογική τυπολογία του. Επρόκειτο κυρίως για κωμωδίες ή δράματα, άλλοτε και μελοδράματα, ενώ υπήρχαν κι άλλα είδη, και σε όλα τα παραπάνω εργάζονταν ηθοποιοί, σκηνοθέτες και παραγωγοί του Παλαιού Ελληνικού Κινηματογράφου σε συνεργασία με μια νεότερη γενιά δημιουργών. Αρκετές φορές, τα γυρίσματα, ιδιαίτερα σε πολύ φθηνές παραγωγές διαρκούσαν πολύ λίγες μέρες. Εντούτοις, οι πιο ακριβές παραγωγές απασχολούσαν πιο έμπειρο και γνωστό καστ κι έδιναν σημασία σε τεχνικές ή καλλιτεχνικές λεπτομέρειες που αφορούσαν στη βιντεοταινία. Σίγουρα, ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των βιντεοταινιών είναι αρκετά προβληματικό: σενάρια που «μπάζουν» ή αντιγράφουν ποικιλοτρόπως άλλες βιντεοταινίες, προβλήματα στον ήχο και στον φωτισμό, κακές ερμηνείες – όλα τα παραπάνω δεν μπορούν σήμερα να δικαιολογήσουν τη βιντεοταινία ως μία «φθηνή» λύση για την ψυχαγωγία.

Υπάρχουν στις βιντεοταινίες κοινά στοιχεία ή και επιρροές από τον ελληνικό κινηματογράφο των προηγούμενων δεκαετιών; Αντίθετα, ποιες οι διαφορές τους;

Ο.Κ: Προφανώς, ένα μεγάλο μέρος των ελληνικών βιντεοταινιών βασίζεται στον Παλαιό Ελληνικό Κινηματογράφο της δεκαετίας του 1960: μπορεί κάποιος να βρει αυτούσια σενάρια ή μετασχηματισμένους χαρακτήρες, όπως εκείνος του επαρχιώτη (ο οποίος ενσαρκώνεται κυρίως από τον Νίκο Τσούκα και τον Κώστα Χατζηχρήστο), ενώ τα κινηματογραφικά μοτίβα συχνά αποτελούν νοητή συνέχεια των αντίστοιχων εκείνης της εποχής, όπως ο γάμος ή η απιστία, η κομπίνα και οι φτωχωδαίμονες. Η βασική διαφορά τους με την κινηματογραφική παραγωγή των παλαιότερων δεκαετιών είναι ασφαλώς το μέσο καταγραφής: δεν χρησιμοποιείται το ακριβό φιλμ, αλλά η ευέλικτη και πιο φθηνή μαγνητοταινία, πάνω στην οποία μπορείς να γράψεις και να ξαναγράψεις, χωρίς να έχεις μεγάλες απώλειες στην εικόνα και στον ήχο. Επίσης, παρατηρούνται εμφανείς διαφορές ως προς τα αναδυόμενα ήθη της εποχής, τον μετασχηματισμό ορισμένων χώρων γυρισμάτων και τις καθημερινές συνήθειες των βιντεο-ηρώων, όπως αναπαρίστανται στις εκάστοτε βιντεοταινίες. Ασφαλώς, ο συντηρητισμός υπήρχε και ήταν έντονος, ωστόσο, η πολιτική είχε εισβάλλει δυναμικά στη βιντεο-αφήγηση και την προσδιόριζε, ένα στοιχείο που απουσίαζε από τον ΠΕΚ – ιδιαίτερα με το γάμο του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου με τη Δήμητρα Λιάνη ή την αποκάλυψη του «Σκανδάλου Κοσκωτά».

Τι ήταν αυτό που σηματοδότησε το τέλος της παραγωγής των βιντεοταινιών τις επόμενες δεκαετίες;

Ο.Κ: Ο κύκλος για την παραγωγή των ελληνικών βιντεοταινιών κλείνει οριστικά το 1990, οπότε και φθίνει σημαντικά εξαιτίας αφενός μεν, της εμφάνισης νέων και ανέξοδων εναλλακτικών τρόπων ψυχαγωγίας σε σχέση με την τηλεόραση (ιδιωτική, δορυφορική) στο πλαίσιο της ραδιοτηλεοπτικής απορρύθμισης. Αφετέρου δε, είχε να κάνει με την κακή ποιότητα του ίδιου υλικού, αλλά και την περιστασιακή σχέση των καταναλωτών του με το ίδιο το θέαμα. Εκείνοι δεν άργησαν να εγκαταλείψουν το βίντεο, μπροστά σε νέες μορφές ψυχαγωγίας – μην ξεχνάμε ότι στη δεκαετία του 1990 νέοι τρόποι και ήθη διασκέδασης εμφανίζονται, έχουμε χρηματιστήριο, το «ελληνάδικο», τα λεφτά ρέουν, ο κόσμος βγαίνει έξω από το σπίτι πια για να διασκεδάσει.

Τι να περιμένουμε από εσάς στο μέλλον, σε επαγγελματικό επίπεδο;

Ο.Κ: Αυτή τη στιγμή περιμένω να τελειώσει η εξεταστική στο ΑΠΘ, όπου εργάζομαι με σύμβαση ακαδημαϊκού υποτρόφου και να διορθώσω τις εργασίες των φοιτητών μου! Επίσης, αναμένω την έκδοση του καινούριου βιβλίου μου από τις Εκδόσεις Επίκεντρο, το οποίο τιτλοφορείται «Αντεστραμμένα κοσμοείδωλα» κι αποτελεί μία πολιτισμική ανάγνωση ελληνικών δημοφιλών ειδών και κύκλων ταινιών των δεκαετιών 1960-1970. Παράλληλα, συνεχίζω μία προσωπική επίπονη και μακροχρόνια έρευνα για τη δημοφιλή τέχνη σε αφίσες και καρτ ποστάλ της δεκαετίας του 1980. Τέλος, συνεργάζομαι ερευνητικά με το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού προγράμματος, στο οποίο κυρίως ασχολούμαι με την οπτική ανάλυση των δεδομένων.

 

Η Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε ελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στις Πολιτισμικές Σπουδές (ΕΜΜΕ –ΕΚΠΑ) και στην Ιστορία και τη διδακτικής της (ΕΚΠΑ –ΠΤΔΕ, κατεύθυνση: Λαογραφία και Πολιτισμός) και στο τμήμα ΕΜΜΕ εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα τη βιντεο-κουλτούρα της δεκαετίας του 1980. Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει τη μονογραφία Η ελληνική βιντεοταινία (1985-1990). Ειδολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις (Αθήνα: Ασίνη, 2014) και συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους κι επιστημονικά περιοδικά. Τα επιστημονικά της ενδιαφέροντα περιστρέφονται γύρω από τη δημοφιλή κουλτούρα (κινηματογράφος, τηλεόραση, μουσική) και τον λαϊκό πολιτισμό, τη θεωρία των ειδών και την Οπτική Εθνογραφία. Eχει πραγματοποιήσει μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο Πατρών, στο ΑΠΘ, όπου διδάσκει, και αυτή τη στιγμή εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο ΠΤΔΕ στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα CoHere σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Newcastle.

Φωτογραφία: Βιβή Καπαρού

Next Post:
Previous Post:
This article was written by

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *